ἀρήν

ἀρήν, ἀρνός
Grammatical information: m. f.
Meaning: `sheep, lamb' (Il.).
Other forms: Nom. ῥήν A. R. 4, 1497, from the compounds; ῥᾶνα· ἄρνα prob. Elean.
Dialectal forms: Myc. wereneja \/wrēneja\/ in a list of leather goods; woroneia \/worneja\/; waniko \/warniskos\/, found as a PN in class. lg. In Gortyn Ϝαρήν.
Compounds: πολύ-ρρην \< *πολύ-Ϝρην \< *urh₁-n-.
Derivatives: ἄρνειος `of a sheep or lamb' (Hdt.), like αἴγειος, βόειος (Chantr. Form, 50f.); - ἀρνακίς `sheepskin' (Ar.), haplol. fem. of *ἀρνό-νακος? - Uncertain ἀρνειός, ἀρνευτήρ (s. v.). βάννεια· τὰ ἄρνεια, καὶ τὰ βάννιμα τὸ αὐτὸ H. (cf. Chantr. Form. 61). Popular ἄριχα (acc.) ἄρρεν πρόβατον H., βάριχοι (= Ϝ-) ἄρνες H. (Chantr. Form. 403; the absence of the nasal is unexplained), confirmed by PN Ϝαριχος Tarente.
Origin: IE [Indo-European] [1170] *urh₁-en- `lamb'
Etymology: ἀρήν \< Ϝαρήν agrees with Arm. gar̄n, -in (n-Stamm) `lamb'. Skt. úraṇ-a- continues *ur̥h₁-en- m. `id.'; cf. MPers. varak `ram'. The original inflection was *urh₁-ēn, *urh₁-en-m, *urh₁-n-os \> *Ϝαρ-ην, *Ϝαρ-εν-α, *Ϝρη-ν-ος; so Ϝαρ-ν- is due to a reshaping. Not to εἶρος `wool' which is from *ϜέρϜος, nor to Lat. vervēx.
Page in Frisk: 1,137-138

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • .αρήν — ἀρήν , ἀρά prayer fem acc sg (epic ionic) ἀρήν , ἀρή prayer fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρήν — Ἀρή fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρήν — ἀρά prayer fem acc sg (epic ionic) ἀρή prayer fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄρην — Ἄρης the god of destruction masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρην — ἄρος use neut acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠρήν — ἀρήν , ἀρά prayer fem acc sg (epic ionic) ἀρήν , ἀρή prayer fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμνός — ο (Α ἀμνὸς) (θηλ. Α ἀμνὰς και ἀμνὴ και ἀμνίς, Ν αμνάδα) 1. το νεογνό τού προβάτου, αρνί, αρνάκι 2. φρ. «ο αμνός τού Θεού» ο Χριστός μσν. το ύφασμα τού επιταφίου, όπου εικονίζεται το σώμα τού Χριστού αρχ. 1. ανόητος, κουτός 2. άκακος, πράος,… …   Dictionary of Greek

  • αρνευτήρ — ἀρνευτήρ, ο (Α) 1. ο ακροβάτης 2. ο δύτης. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. αρνευτήρ, σύμφωνα με αρχαία ήδη ετυμολογία της λέξης, ανάγεται στο αρήν, αρνός «πρόβατο», λόγω των κινήσεων των αρνευτήρων («ακροβατών») κατά τις κυβιστήσεις, που έδιναν την εντύπωση ότι… …   Dictionary of Greek

  • ягненок — род. п. нка, мн. ягнята, наряду с агнец (см. выше), укр. ягня, род. п. яти, ягнятко – то же, ягниця молодая овца , др. русск. ягнѧ (Дан. Зат. и др.), ст. слав. агньць ἀρήν, агнѩ ἀμνός (Супр.), болг. агне, ягне (Младенов 701), сербохорв. jа̏гње,… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Арника — горная. Общий вид цветущего растения …   Википедия

  • Ivno — IVNO, ónis, Gr. Ἥρα, ας, (⇒ Tab. IX.) 1 §. Namen. Ihren lateinischen Namen führen einige von Iuvo, ich helfe, Cic. de N.D. l. II. c. 26. p. 1183. a. andere aber von Iovis, quasi Ioveno, her; Becmann. Orig. L. L. in Iuno. Den griechischen hat sie …   Gründliches mythologisches Lexikon

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.